μυριάς,-άδος

μυριάς,-άδος
+ N 3 7-5-2-13-20=47 Gn 24,60; Ex 39,3(38,26); Lv 26,8; Nm 10,35(36); Dt 32,30
(number of) ten thousand Ex 39,3; myriad (mostly pl.) Lv 26,8; countless thousand(s) (mostly pl.) Dn 7,10
Cf. DORIVAL 1994, 80; HARLÉ; 1999, 115.67

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • μυριάς — μυριάς, άδος, ἡ (ΑΜ) βλ. μυριάδα …   Dictionary of Greek

  • мириада — обычно мн. мириады неисчислимое множество ; книжное заимств. через нем. Муriаdе или франц. myriade из греч. μυριάς, άδος …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Miríada — (Del lat. myrias < gr. myrias, innumerable.) ► sustantivo femenino 1 Conjunto de diez mil unidades. 2 Cantidad grande e indefinida de cosas: ■ una miríada de personas se aglomeraba en la entrada. SINÓNIMO infinidad sinnúmero * * * miríada (del …   Enciclopedia Universal

  • μυριαδισμός — μυριαδισμός, ὁ (Μ) απαρίθμηση κατά μυριάδες, υπολογισμός κατά μυριάδες, κατά δέκα χιλιάδες. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυριάς, άδος + ισμός πιθ. μέσω αμάρτυρου ρ. *μυριαδίζω] …   Dictionary of Greek

  • miríada — (Del gr. μυριάς, άδος). f. Cantidad muy grande, pero indefinida …   Diccionario de la lengua española

  • μυριάδα — η (ΑΜ μυριάς, Μ και μυριάδα) συν. στον πληθ. οι μυριάδες 1. σύνολο από δέκα χιλιάδες ομοειδείς μονάδες, ο αριθμός 10. 000 («παραλαβέσθαι δραχμῶν ἕκαστον ἀργυρίου δεκαδύο ἥμισυ μυριάδας», Πλούτ.) 2. μεγάλη ποσότητα, πολυάριθμο πλήθος («μυριάδες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”